29 Οκτωβρίου 2013

Συνέντευξη της Εύας Στεφανή




Συνέντευξη στην Ιφιγένεια Καλαντζή (από εδώ). Η διακεκριμένη σκηνοθέτρια και επίκουρη καθηγήτρια Εύα Στεφανή παρουσίασε στον Ιανό δυο παλιότερες δουλειές της: Τι ώρα είναι; (2007) και Ακρόπολη (2001).

Στην πρώτη καταγράφονται, σε 26 λεπτά, πτυχές της καθημερινότητας δυο αχώριστων αντρών, ενός αλκοολικού και ενός ψυχικά «ασθενή», σε μια παράδοξη μπεκετική ατμόσφαιρα κωμικών εκφάνσεων, ενώ στη δεύτερη, αποτολμά έναν πειραματικής αισθητικής παραλληλισμό του γυναικείου σώματος με τον Παρθενώνα.

Στη συζήτηση που είχαμε, μίλησε με πάθος για το ντοκιμαντέρ παρατήρησης και τη σχέση του με τον πειραματικό κινηματογράφο, που υπηρετεί ως βίντεο-αρτ δημιουργός, εκφράζοντας τις εικαστικές ανησυχίες της, που συχνά σκανδαλίζουν την κοντόφθαλμη κυρίαρχη ηθική.


Πώς προέκυψε η κινηματογράφηση των δύο αντρών στο Τι ώρα είναι;

Τους δυο άντρες τους γνωρίσαμε μαζί με τον Νίκο Ζωιόπουλο, σύντροφό μου σε ό,τι κάνω τελευταία, γυρίζοντας ένα άλλο ντοκιμαντέρ για μια σειρά στην ΕΡΤ. Γίναμε φίλοι, εκτός κινηματογράφησης, ενώ συνεχίσαμε να τους κινηματογραφούμε επί τέσσερα χρόνια.

Γιατί παρουσιάζεις την ιστορία τους δομημένη σε κεφάλαια;

Αυτό προέκυψε κατά τη δραματουργική σύνδεση αποσπασμάτων που είχα συλλέξει, δίχως χρονική σειρά, στα 4 χρόνια γυρισμάτων. Ήθελα να λειτουργήσει ως μικρή νουβέλα, παρά ως ντοκιμαντέρ τεκμηρίωσης, λέξη που θεωρώ φριχτή. Η παρεμβολή μυθοπλασίας σε εικόνες μιας πραγματικότητας, μετατρέπει τους απεικονιζόμενους σε ήρωες. Αυτό διαπραγματεύεται και ο κινηματογράφος της παρατήρησης, όπου ακόμα και η αθόρυβη, δίχως σκηνοθετική καθοδήγηση, καταγραφή της ανθρώπινης καθημερινότητας, ενδέχεται να μεταμορφωθεί σε μυθοπλασία. Το ντοκιμαντέρ τεκμηρίωσης προσδιορίζεται από τη θεματολογία του, ενώ στο ντοκιμαντέρ παρατήρησης επιθυμείς οι θεατές να ταυτιστούν συναισθηματικά με τους ήρωες και όχι απλώς με το θέμα, επιδιώκοντας συνολικότερη ευαισθητοποίηση.

Έχοντας στο νου τον Φλάερτυ αλλά και τον Ζαν Ρους, πόσο αντιστοιχεί η αποτύπωση της αλήθειας σε μια κατάσταση που κινηματογραφείται; Πόσο εμπλέκεται η σκηνοθεσία;

Όπου και να τοποθετήσεις μια κάμερα, ακόμα και δίχως χειριστή, πάντα εμπλέκεται μια σκηνοθετική αντίληψη γιατί καταγράφει από μια οπτική γωνία. Πόσο μάλλον αν τραβάει ένα ανθρώπινο μάτι και παίρνει σκηνοθετικές αποφάσεις.

Στο Τι ώρα είναι η σκηνή που ένας από τους δύο παρουσιάζεται μοναχός του να βράζει αβγά στο σκοτάδι, είναι κατασκευασμένη, γιατί με την επικεφαλίδα «Μόνος» προσδώσαμε μια βαρύτητα που δεν υπάρχει. Τοποθετώντας μια καθημερινή σκηνή μετά το κεφάλαιο «Ψυχιατρείο», δίνεται η εντύπωση ότι στοχάζεται τη μοναξιά του, επειδή ο άλλος βρίσκεται στο ψυχιατρείο. Είναι μυθοπλαστική παρέμβαση, που χειραγωγεί την ανάγνωση του θεατή.

Πώς κατέληξες σ’ αυτή την πολυδιασπασμένη φόρμα, με την Ακρόπολη, που παραπέμπει σε ένα εθνικό σύμβολο, και τι συνειρμούς επιδιώκεις με τα φιλμάκια ερωτικού περιεχομένου;

Αρχική πρόθεση ήταν ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης, με σημείο θέασης τον Παρθενώνα, για ό,τι συμβαίνει στο λόφο της Ακρόπολης, που ερχόταν σε αντίθεση με την τότε διάθεση, στην προ Ολυμπιακών εποχή, που ήθελαν να φαινόμαστε λαμπεροί προς τα έξω. Δεν ευοδώθηκε αυτό και οδηγήθηκα στην αναζήτηση αρχειακού υλικού για την Ακρόπολη, συλλέγοντας φιλμάκια σούπερ 8, από τα παζάρια του Θησείου. Έτσι, καταλήγοντας σε μια διαφορετική προσέγγιση, με χρήση αρχειακού υλικού, συνέδεσα ιστορικές εικόνες, οικογενειακά φιλμάκια από φίλους, εικόνες ερωτικού περιεχομένου και φιλμάκια χειρουργικών επεμβάσεων στην ιστορία μιας γυναίκας και ενός σώματος που βάλλεται και ανακατασκευάζεται υπό το βλέμμα των άλλων, όπως ακριβώς και ο ναός. Συγχρόνως, ήθελα να εκφράσω έναν προσωπικό λόγο στη διαχρονική εκμετάλλευση του μνημείου, σε ένα αποτέλεσμα πολλαπλών ερμηνειών.

Έχεις επεξεργαστεί και κάποια φιλμάκια ζωγραφίζοντας από πάνω. Ποιες είναι οι επιρροές σου;

Πάντα μ’ ενδιέφερε η χειροποίητη σχέση που αποκτάς με το φιλμ, ως υλικό που μπορείς να επεξεργαστείς, επαφή που έχει χαθεί με το βίντεο. Στη διαδρομή μου προς ένα μη αφηγηματικό σινεμά, συντελέσαν οι Μέκας, Μπράκατζ και Μαρκόπουλος, αλλά και ο Ε.Χ. Γονατάς, γιατί ο πειραματικός κινηματογράφος συγγενεύει πολύ και με τη λογοτεχνία. Στις κινηματογραφικές σχολές, θα έπρεπε τον πρώτο χρόνο να διδάσκουν μαθήματα ζωγραφικής και λογοτεχνίας ή να δείχνουν ταινίες μεγάλων δημιουργών και αργότερα τεχνική κατάρτιση. Αν δεν έχεις επαφή με τα χρώματα ή τη λογοτεχνία, θα δυσκολευτείς να δημιουργήσεις δικό σου νόημα στην τέχνη.

Παλιότερα είχες κατηγορηθεί για προσβολή δημόσιας αιδούς με το βίντεό Εθνικός Ύμνος. Μπορεί να υπάρξουν όρια στην τέχνη;

Ο Εθνικός Ύμνος, βίντεο ενάμιση λεπτού, εκτέθηκε στην ArtΑθήνα το 2006 και ήταν η φιλτραρισμένη εικόνα ενός αιδοίου γυναίκας που αυνανίζεται υπό τους ήχους ορχήστρας χουντοειδούς προέλευσης, που έπαιζε τον εθνικό ύμνο. Παρότι υπήρχε επισήμανση για «άνω των 18 ετών», αλλά και ακουστικά, έγινε καταγγελία από κάποια ακροδεξιά οργάνωση, ενώ έλειπα στο εξωτερικό. Ο διευθυντής της έκθεσης πέρασε αυτόφωρο, αλλά στη δίκη, μια φωτισμένη εισαγγελέας επέμενε πως αυτή η υπόθεση δεν έπρεπε καν να φτάσει στα δικαστήρια. Φυσικά υπάρχουν όρια στην τέχνη, περισσότερο προβληματικά όμως, είναι τα όρια μιας κανονικότητας που ορίζει η πολιτεία.

Η εθνικιστική ομάδα που αντέδρασε τότε, σήμερα αποτελεί κομμάτι της Βουλής, με απροκάλυπτα ναζιστικό χαρακτήρα, φτάνοντας ως και τη δολοφονική δράση. Πώς σχολιάζεις τη διαδρομή αυτή;

Απορώ πώς μετά από τις φοβερές αποκαλύψεις εγκλημάτων που αποδεικνύονται, ένα νοσηρό κομμάτι της κοινωνίας μας, εξακολουθεί να τους υποστηρίζει. Αναρωτιέμαι τι είδους δημοκρατικό πολίτευμα είναι αυτό το οποίο ανέχεται να υπάρχει τέτοιο κόμμα στη Βουλή. Δεν μπορώ να συμμεριστώ τη συλλογική ευφορία ότι κάτι θα αλλάξει τώρα. Βρήκαν πάτημα στους ανήμπορους και στους αποκλεισμένους. Η Αριστερά πρέπει να αποκτήσει γρήγορα συλλογική οργάνωση, λιγότερα λόγια, περισσότερα έργα.

Πώς βλέπεις το ρεύμα αποστασιοποιημένης προσέγγισης, με θέμα την οικογένεια, που επικρατεί τελευταία στις ελληνικές ταινίες;

Μην ξεχνάμε πως δεν θα υπήρχαν ταινίες δίχως την ελληνική οικογένεια, γιατί αυτή τις χρηματοδοτεί. Μ’ ενοχλεί που αντιγράφουν μια βορειοευρωπαϊκή γραφή δίχως ελληνικότητα. Είμαι καχύποπτη με την ομοιομορφία. Ο φορμαλισμός μας πάει πίσω στον Αγγελόπουλο, με δάνεια απ’ τον Γιάντσο ή τον Μιζογκούτσι, είχε όμως συγχρόνως, στέρεα ελληνική βάση, σε σχέση με την παράδοση, την ιστορία και τη φύση μας. Όταν σε μια μικρή χώρα που δεν ανέπτυξε κινηματογραφική παράδοση, ξαφνικά ξεκινάει μια έξωθεν αναγνώριση, που δεν λειτουργεί όπως στον Αγγελόπουλο, γιατί ο Λάνθιμος δεν έγινε μοναδικός αυτοκράτωρ, δικαιολογείται να είμαστε και λίγο αντιγραφείς, μέχρι να δημιουργηθεί κάτι νέο. Αργότερα θα βγει κάτι πιο προσωπικό.

Βλέπεις να επανέρχεται στο ντοκιμαντέρ μια αναβίωση ιστορικών θεμάτων, με πολιτικές αναλύσεις;

Υπάρχει μια διεθνής τάση προς το ιστορικό ντοκιμαντέρ με την έννοια να ξαναγραφτεί η ιστορία διαφορετικά. Μπορεί η διάθεση μιας αντιθετικής ανάγνωσης της ιστορίας να παρουσιάζει ενδιαφέρον, η φόρμα όμως που επιλέγεται παραμένει συντηρητική. Βλέπουμε συνεχώς talking heads και αρχειακό υλικό, δίχως καμιά ανατροπή.

Ισχύει το ίδιο και για Τα κορίτσια της βροχής της Αλίντας Δημητρίου;

Πρόκειται για μια συνταρακτική, δωρική ταινία. Αναφερόμουν περισσότερο στις ομιλούμενες κεφαλές των ιστορικών ντοκιμαντέρ, που μιλάνε και βαριέσαι. Όταν έχεις τέτοιες συγκλονιστικές μαρτυρίες, η απλότητα και ο σεβασμός προς τον άνθρωπο είναι το καλύτερο που μπορείς να μεταδόσεις. Αρκεί μόνο να βλέπεις την ανθρώπινη φιγούρα. Φυσικά, οι ταινίες της Αλίντας έχουν ανυπολόγιστη σημασία, κυρίως ως ντοκουμέντα για τις επόμενες γενιές.

Πιστεύεις ότι το ντοκιμαντέρ και ο πρωτοποριακός κινηματογράφος μπορούν να διαμορφώσουν ένα διάλογο με την κοινωνία;

Σαφώς έχει κοινωνιολογικό ρόλο όπως και η τέχνη εξάλλου, αλλά δεν πρέπει να έχει κοινωνιολογική πρόθεση, γιατί τότε δεν είναι τέχνη. Για μένα, δεν πρέπει να έχει στόχευση.

Ο ντοκιμαντερίστας Βάιζμαν, πρωτοπόρος του direct cinema, σκληρός ανατόμος της αμερικάνικης κοινωνίας, έλεγε: «Άμα θες να στείλεις μήνυμα, καν’ το με τηλεγράφημα, όχι με ταινία». Ο κινηματογράφος πρέπει να παραμένει αισθητική εμπειρία, δίχως εικονογραφημένη διάλεξη. Η ματιά του σκηνοθέτη να σε βάλει αθόρυβα σε μια κατάσταση, ώστε να βγάλεις δική σου ερμηνεία.